Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΟΙ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΕΣ

       Η ζωή μας μετριότανε με το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Ήταν σημείο αναφοράς για κάθε δραστηριότητά μας. Τα Χριστούγεννα γιατί, αφού υποβάλαμε τους εαυτούς μας σε εξαντλητική νηστεία, θα τρώγαμε επιτέλους το αυγολέμονο, ενίοτε με γαλοπούλα και το Πάσχα γιατί θα τρώγαμε τη Δευτέρα και όχι την Κυριακή το κατσίκι στο φούρνο με τις πατάτες. Αυτό ήτανε για μας το νόημα των εορτών και γι’ αυτό τις περιμέναμε με λαχτάρα. Ο εκκλησιασμός ήταν πάντα σε δεύτερη μοίρα γιατί έπρεπε να βάλουμε τα καλά ρούχα που δεν είχαμε και επομένως όλο και κάτι παράταιρο θα τόνιζε τη διαφορά μας από κάποια άλλα παιδιά.
Πλησιάζανε τα Χριστούγεννα. Είχαμε πια βαρεθεί το καθημερινό ψωμί με λάδι και η αγωνία μας είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της . Μια δυο μέρες ακόμα και επιτέλους θα τρώγαμε! Κάτι είχαμε ακούσει για τον Άγιο Βασίλη που δίνει δώρα στα παιδιά και η ελπίδα μας έκανε να αντέχουμε και την πείνα και την ανέχεια. Ίσως να τον είχαμε παρακαλέσει και στη βραδινή προσευχή μας να μας θυμηθεί κάπου εκεί ανάμεσα στο “Πάτερ ημών” και στο “Δι’ ευχών” και αυτό το είχαν μυριστεί και οι γονείς μας.
Έκανε ένα διαβολεμένο κρύο. Το πρωί που σηκωθήκαμε βρήκαμε την αυλή μας γεμάτη χιόνια και τα βουνά απέναντι κάτασπρα. Το δεύτερο πολύ λίγο μας απασχολούσε αφού ο κόσμος μας ήταν η αυλή μας. Ο πατέρας μου πήρε ένα φτυάρι και δημιούργησε ένα διάδρομο που οδηγούσε από το κυρίως σπίτι στη γωνιά, που αντιστοιχούσε με το σημερινό καθιστικό, κάπου δέκα μέτρα δηλαδή. Αυτό σήμαινε πολύ απλά πως την υπόλοιπη μέρα μας θα την περνούσαμε  κλεισμένοι σ’ ένα χώρο που δε μας ενθουσίαζε ιδιαίτερα.
Τι να κάνει ένα παιδί λοιπόν κλεισμένο έτσι χωρίς κανένα ενδιαφέρον; Πόση ώρα θα  κάτσει να ζεστάνει τα χέρια του στη φωτιά και στο κάτω κάτω πόσο θα κρυώνει; Γι αυτό κι εμείς βρήκαμε παιχνίδι να κάνουμε: Ήταν μια σιδερένια ρόδα που χώραγε ίσα ίσα στο κεφάλι μας και στερεωνότανε στο λαιμό μας. Παλιά η οικογένειά μου είχε λιτρουβειό και ανεμόμυλο μα δεν ήταν σε λειτουργία ούτε το ένα ούτε το άλλο πλέον. Φαίνεται πως η ρόδα ήταν από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του παρελθόντος μας.
Τη βαφτίσαμε τυφλόμυγα. Όποιος τη φόραγε στο λαιμό του προσπαθούσε να πιάσει τον άλλον τρέχοντας μέσα στα λίγα τετραγωνικά. Το παιχνίδι αυτό μας εκτόνωσε κάπως μα το κρύο μέταλλο μας αρρώστησε  και την άλλη μέρα είμαστε και οι δύο με πυρετό. Έτσι γλιτώσαμε και την παράταιρη Χριστουγεννιάτικη φορεσιά, μια που δεν πήγαμε στην εκκλησία.
 Του Άη Βασιλειού ήτανε γλυκιά μέρα. Πρωί μόλις ξυπνήσαμε ο πατέρας μου μας έδωσε από μια φυσαρμόνικα. «Σας τις έφερε ο Άγιος Βασίλης» μας είπε «να τις προσέχετε γιατί αν τις χαλάσετε δε θα σας ξαναφέρει τίποτα». Ήτανε μικρούλες και γυαλιστερές και πάνω έγραφαν με ανάγλυφα γράμματα κάτι ακαταλαβίστικα για μας. Στην αρχή τις προσέχαμε. Τις είχαμε μόνο για τη μελωδία που μας χάριζαν και που όλους τους άλλους τους ενοχλούσε και αναρωτιόμασταν γιατί.
Την άλλη μέρα άρχισε η επεξεργασία εις βάθος. Πρώτα βγάλαμε τα πλαϊνά και τις φυσούσαμε χωρίς αυτά. Μας άρεσε να νιώθουμε τις παλμικές κινήσεις από τα γλωσσίδια πάνω στα ακροδάχτυλά μας. Μετά έγινε πιο μεγάλο το κακό, αφού τα ελασματάκια το ένα μετά το άλλο, τα στραβώναμε ή τα κόβαμε ώσπου στο τέλος έμεινε ένα κουφάρι μονάχο,γεμάτο τρύπες, ξεδοντιασμένο και άχρηστο.

Μου έμεινε μόνο το μαράζι από τότε (γι αυτό μάλλον αγοράζω συχνά φυσαρμόνικα στο γιο μου) και για χρόνια η εντύπωση πως ο Άγιος Βασίλης θύμωσε και γι αυτό δε μας ξανάφερε ποτέ δώρο.

Ιωνάθαν

2 σχόλια:

Όχι προσβλητικό περιεχόμενο